Η Εκκλησία μας δεν προβάλλει μόνο μεγάλους ασκητές και ερημίτες, αλλά και ανθρώπους που έζησαν μέσα στον κόσμο και αγίασαν μέσα από την καθημερινότητά τους. Ένας τέτοιος άνθρωπος ήταν ο άγιος μάρτυρας Θεόδοτος ο εν Αγκύρα, ο οποίος μας διδάσκει ότι η αγάπη προς τον Χριστό φαίνεται κυρίως στα έργα.
Ο Θεόδοτος καταγόταν από την Άγκυρα της Γαλατίας και ανατράφηκε με ευσέβεια από την αγία Τεκούσα. Ήταν παντρεμένος και εργαζόταν ως πανδοχέας. Παρά τις επαγγελματικές και οικογενειακές του υποχρεώσεις, είχε ως πρώτο μέλημα τη ζωή κοντά στον Θεό. Ξεχώριζε για τη φιλανθρωπία του, την καλοσύνη του και τη διάθεσή του να βοηθά κάθε άνθρωπο χωρίς διακρίσεις. Γι’ αυτό και ο Θεός τον αξίωσε να επιτελεί θαυματουργικές ιάσεις.
Όταν ξέσπασε ο μεγάλος διωγμός των χριστιανών επί Διοκλητιανού, ο Θεόδοτος δεν φοβήθηκε. Μετέτρεψε το πανδοχείο του σε καταφύγιο των πιστών, προσφέροντας τροφή και ασφάλεια σε όσους κινδύνευαν. Παράλληλα επισκεπτόταν τους φυλακισμένους χριστιανούς, τους ενίσχυε στον αγώνα τους και φρόντιζε να ενταφιάζει με ευλάβεια τα σώματα των μαρτύρων.
Η αγάπη του για την Εκκλησία φάνηκε ιδιαίτερα όταν περισυνέλεξε τα λείψανα του μάρτυρος Ουάλη και μερίμνησε να τα μεταφέρει σε ασφαλή τόπο. Μάλιστα είχε ζητήσει να ανεγερθεί παρεκκλήσιο, όπου θα φυλάσσονταν τίμια λείψανα μαρτύρων, δείχνοντας τον βαθύ σεβασμό που έτρεφε προς εκείνους που είχαν θυσιάσει τη ζωή τους για τον Χριστό.
Λίγο αργότερα συνελήφθη η θεία του, η αγία Τεκούσα, μαζί με άλλες έξι χριστιανές και καταδικάστηκαν σε θάνατο. Μέσα σε μια νύχτα γεμάτη καταιγίδα, ο Θεόδοτος και οι σύντροφοί του πήγαν να περισυλλέξουν τα σώματά τους. Ο Θεός ευλόγησε την προσπάθειά τους και με θαυμαστό τρόπο κατέστη δυνατή η μεταφορά και η ταφή τους.
Όμως ένας από τους συνεργάτες του λύγισε από τον φόβο και αποκάλυψε το όνομα του Θεοδότου στους διώκτες. Όταν ο διοικητής διέταξε τη σύλληψή του, οι φίλοι του τον προέτρεψαν να φύγει και να κρυφτεί. Εκείνος όμως δεν θέλησε να εγκαταλείψει τον αγώνα. Παραδόθηκε μόνος του, δείχνοντας ότι η αγάπη προς τον Χριστό ήταν ισχυρότερη από τον φόβο του θανάτου
Κατά την ανάκριση στάθηκε με θάρρος και παρρησία. Δεν φοβήθηκε τις απειλές ούτε τα βασανιστήρια. Με τα λόγια και τη στάση του αποκάλυπτε ότι η δύναμή του δεν προερχόταν από τον εαυτό του, αλλά από τη χάρη του Θεού.
Τα σκληρά βασανιστήρια δεν κατάφεραν να τον λυγίσουν. Αντίθετα, όσο περισσότερο υπέφερε, τόσο περισσότερο φανερωνόταν η πίστη και η υπομονή του. Τελικά ο διοικητής διέταξε τον αποκεφαλισμό του. Ο άγιος δέχθηκε με χαρά το μαρτύριο, γνωρίζοντας ότι επρόκειτο να συναντήσει τον Χριστό, τον Οποίο είχε αγαπήσει και υπηρετήσει σε όλη του τη ζωή.
Μετά τον θάνατό του το σώμα του παρέμεινε άθικτο από τη φωτιά και, με θαυμαστό τρόπο, μεταφέρθηκε στον τόπο που ο ίδιος είχε υποδείξει για την ανέγερση παρεκκλησίου. Έτσι εκπληρώθηκε η υπόσχεση που είχε δώσει πριν από το μαρτύριό του.
Ο άγιος Θεόδοτος μάς υπενθυμίζει ότι η χριστιανική ζωή δεν είναι μόνο λόγια και συναισθήματα. Είναι πράξεις αγάπης, προσφοράς και θυσίας. Μέσα στην εργασία, στην οικογένεια και στις καθημερινές μας υποχρεώσεις μπορούμε να γίνουμε αληθινοί μαθητές του Χριστού, όταν ζούμε με πίστη και συνέπεια.
Ας κρατήσουμε από τη ζωή του το παράδειγμα της γενναίας αγάπης. Να μη φοβόμαστε να ομολογούμε τον Χριστό με τα έργα μας και να είμαστε πάντοτε πρόθυμοι να βοηθούμε τον συνάνθρωπό μας. Γιατί εκεί όπου υπάρχει αγάπη που θυσιάζεται, εκεί φανερώνεται η παρουσία του Θεού.
ΤΟ ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟ
Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Δόσιν ἔνθεον, καταπλουτήσας, τὴν τῆς χάριτος ἱερουργίαν, Ἱερομάρτυς τρισμάκαρ Θεόδοτε, καθάπερ δῶρα Θεῶ προσενήνοχας, τᾶς ἀριστείας τῶν θείων ἀγώνων σου. Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἠμὶν τὸ μέγα ἔλεος.




